0 σχόλια

Πρωθυπουργοί και Αρχηγοί Κρατών: Μήπως κάποιος μας κοροϊδεύει;


Θέλουμε δεν θέλουμε, όπου σταθούμε, κι όπου βρεθούμε, άλλο δεν ακούμε κι άλλο δεν συζητάμε κι άλλο δεν διαβάζουμε, από εκλογές – κυρίως και επαναληπτικές – ντόπιες εκλογές, ευρωπαϊκές εκλογές, ακόμα και μελλοντικές εκλογές. Οι πρώην, νυν και μελλοντικοί αρχηγοί παίρνουν και δίνουν – στην κυριολεξία – εξαγγέλλουν και υπόσχονται, μας θεωρούν ηλίθιους και τους θεωρούμε ανέντιμους κι αποτυχημένους.
Και, μέσα στη γενική ανησυχία, καθόμουν κι εγώ κι έκανα παρατηρήσεις πάνω στο όριο ανοχής των λαών! Έβαλα δίπλα-δίπλα τις φωτογραφίες των πιο διάσημων «σταρ» της πολιτικής και προσπαθούσα να τους κοιτάξω με αντικειμενικό βλέμμα. «Φαντάσου», είπα στον εαυτό μου, «ότι δεν έχεις ακούσει να μιλούν ποτέ γι’ αυτούς. Ότι δεν τους ξέρεις καθόλου. Κοίταξε τα πρόσωπα τους και σκέψου τίνος η φυσιογνωμία θα σου γεννούσε εμπιστοσύνη, ποιον θα ήθελες, βλέποντας τον, να τον πλησιάσεις, να τον γνωρίσεις, να τον έκανες φίλο σου».
Ο ένας με κάρφωνε – ευτυχώς χωρίς να με βλέπει – με ένα βλέμμα αγέλαστης κακιασμένης οργής, ανοίγοντας ένα στόμα με οδοντοστοιχίες ανησυχητικά παρόμοιες με καρχαρία. Το περίσσευμα παχυσαρκίας και λίπους τον καθιστούν – σύμφωνα με τους στοιχειωδέστερους κανόνες του marketing- παντελώς ακατάλληλο να μιλάει για λιτότητα, κι ακόμη περισσότερο να την επιβάλλει.
Ο άλλος είχε το βλέμμα χαμένο στο υπερπέραν, με ολοφάνερη νευρικότητα, παρά το «ταξίδεμα». Ίσως το «χόρτο» των φοιτητικών του χρόνων του έπεσε πολύ, ή ίσως και λίγο, ποιος να ξέρει!....
Μετά ακολουθούσε το «μαγκάκι» με το μισόκλειστο μάτι και το χαμόγελο που έμοιαζε ακτινογραφία της οδοντοστοιχίας. Είχα ένα τέτοιο φίλο κάποτε, θυμάμαι. Έπρεπε κάθε μέρα να ακούμε τον κατάλογο με τις κατακτήσεις και τις περιπέτειες, αλλά πάντα είχα την – ανεπιβεβαίωτη- υποψία ότι γλυκοκοίταζε έναν φίλο της παρέας…
Η κυρούλα με τα τεράστια γυαλιά, ίσως θα ήταν στο φυσικό της περιβάλλον στη λαϊκή,  να διαμαρτύρεται γιατί ανέβηκαν οι πατάτες και τα φασολάκια. Ίσως κάποιος παραγωγός τη λυπόταν και έριχνε τις τιμές.
Για το παρανοϊκό απομεινάρι μιας εποχής που πέρασε, τι να σχολιάσει κανείς; Η σοβαρότητα της πάθησης γίνεται εμφανής ακόμη και χωρίς πτυχίο ψυχολογίας. Ή να σχολιάσω τον άλλον με το βαμμένο κοκκινοκαφέ – όχι μαλλί, σας την έφερα! – δέρμα του κεφαλιού, μήπως και δείξει η κάμερα γκρίζα ρίζα και μας περάσουν οι κοπελιές για γέρους……
Στο τέλος, μου ήρθε στο νου μια φωτογραφία από κάποια απ’ όλες τις «συνόδους κορυφής» που δικαιολογούν λίγες μέρες καλοπέρασης των αρχηγών των κρατών, με πολυτέλεια πληρωμένη απ’ τους ηλίθιους φορολογούμενους των αντίστοιχων κρατών.
Στη φωτογραφία ήταν οι τότε αρχηγοί των ευρωπαϊκών κρατών κι ο τότε «πλανητάρχης», εκείνη η διάνοια «με το σπινθηροβόλο βλέμμα, τον θυμάστε; Αυτός που διαδέχτηκε το σεξομανή με αδυναμία στις «αφρατούλες» χαζοχαρούμενες. Που δυσκολευόταν να καταπιεί και το μπρέτσελ του χωρίς να πνιγεί. Που δεν έδινε την πρέπουσα σημασία στις νουθεσίες της «πρώτης κυρίας» μαμάς και μετά το μετάνοιωνε….  
Σε κείνη τη φωτογραφία ήταν κι ο μέγας και πολύς αρχηγός του παγκόσμιου πορτοφολιού, προτού βέβαια γίνει παγκόσμια γνωστή η μικρή του «αδυναμία» στο να βιάζει καμαριέρες. Και να βγάζει κι ένα «χαρτζιλίκι» από καμιά-δυό  πόρνες. Τι να κάνει ο άνθρωπος, πολλά έξοδα η θέση…… και στο κάτω-κάτω, όπως είπε κι ο ίδιος σ’εκείνο τον «απαίσιο» δικαστή που του έκανε το σπουδαίο: « σιγά κ. πρόεδρε, δεν ήταν τίποτα. Πόρνες  ήταν….»
Τέλος πάντων, τότε δεν τα ξέραμε ακόμα αυτά και δεν τον είχε διαδεχθεί η πορτοκαλί – λόγω solarium- κυρία με τα άσπρα μαλλιά…… Και τότε, θυμάμαι – με τα λίγα που ήξερε το φτωχό μου μυαλό – τους κοίταζα και σκεφτόμουν: ρε παιδιά, μήπως κάποιος μας δουλεύει για τα καλά; Μήπως;

read more
0 σχόλια

Ένας αθόρυβος θάνατος

Θα πρέπει –αν θυμάμαι καλά- να ήταν το τελευταίο δεκαήμερο του προηγούμενου μήνα όταν, ανεβαίνοντας την Κηφισίας –προς την Κηφισιά- λίγο μετά το Ψυχικό, είδα αριστερά κάτω από τη νησίδα που χωρίζει στα δύο τη λεωφόρο, ένα σκοτωμένο γατάκι.

Το κεφαλάκι του ήταν κρυμμένο στη βάση του κράσπεδου, αλλά το υπόλοιπο σωματάκι του ήταν ξαπλωμένο σαν να κοιμάται κι η τιγρέ κόκκινη γουνίτσα του γυάλιζε στον ανοιξιάτικο ήλιο, σαν να ήταν ακόμα ζωντανή. Άρα ο θάνατός του θα ήταν πρόσφατος, το περασμένο βράδυ, ή νωρίς το ίδιο πρωί.

Στην άκρη του δρόμου, σε μια ρωγμή του τσιμέντου, τα λίγα φυλλαράκια φρέσκο χορτάρι που είχαν καταφέρει να φυτρώσουν, είχαν ανθίσει με κάποια μικροσκοπικά άσπρα λουλουδάκια, σαν προσφορά στο θάνατο του μικρού, όμορφου πλάσματος. Ένα θάνατο που φάνταζε διπλά σκληρός και παράταιρος κάτω απ’ τη γλύκα του ανοιξιάτικου ήλιου. Ένα θάνατο που δεν έκανε καμμιά διαφορά στη ζωή που συνέχιζε όλο θόρυβο γύρω απ’ το κοκκινομάλλικο πτωματάκι. Χιλιάδες άνθρωποι. Ο καθένας με τις σκέψεις και τις έγνοιες του. Ο καθένας με το δικό του κόσμο. Ποιος να νοιαστεί για ένα πεθαμένο κοκκινομάλλικο γατί;

Τις επόμενες εβδομάδες κάθε φορά που περνούσα, το πτωματάκι βρισκόταν εκεί. Κάθε μέρα έχανε όλο και πιο πολύ κάθε ανάμνηση ζωής, ζάρωνε και μίκραινε και η γούνα του ξεθώριαζε στο άχρωμο γκρι χρώμα του θανάτου. Και κανείς άνθρωπος, όχι μόνο δεν στεκόταν να λυπηθεί γι’αυτό που κάποτε ήταν ένα όμορφο ζωάκι, αλλά ούτε μάζευε καν το πτωματάκι του για να καθαρίσει το δρόμο.

Μέχρι που, τη Μεγάλη Δευτέρα, η καταιγίδα και τα φραγμένα φρεάτια «στόλισαν» τους δρόμους με μαύρα ρυάκια και άθλιες λασπολακκούβες. Τότε είδα για τελευταία φορά ένα γκρίζο κουρέλι να πλέει μέσα σε μια λιμνούλα μαύρο νερό και να πηγαινοέρχεται κάθε φορά που ένα αυτοκίνητο περνούσε κι εκσφενδόνιζε δεξιά κι αριστερά νερά με τις ρόδες του. Κανείς οδηγός δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το άθλιο κουρέλι που έπλεε πέρα-δώθε, ήταν κάποτε ένα όμορφο, παιχνιδιάρικο, κοκκινομάλλικο γατί.

Και θυμήθηκα το παραμύθι του Όσκαρ Ουάιλντ, τον Ευτυχισμένο Πρίγκηπα, που γράφει ότι, κάποτε, ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να βρει τα πιο πολύτιμα πράγματα στη γη. Κι ο άγγελος βρήκε ένα νεκρό αηδόνι και τη συντριμμένη καρδιά ενός αγάλματος…

read more
0 σχόλια

ΑΝΟΙΞΗ

Δεν προλάβαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ήρθε ο χειμώνας και κιτρίνισαν τα φύλλα και πάλι ήρθε η εαρινή ισημερία και η αλλαγή της ώρας που- απ’ ότι έχω διασταυρώσει από πολλούς ανθρώπους – μας φέρνει τα πάνω –κάτω στο βιολογικό μας ρολόι. Και, τις προάλλες που περπατούσα στους άθλιους δρόμους της άσχημης πόλης μας που όμως, το φως κι ο χλιαρός αέρας κατάφερναν να τους ομορφύνουν κάπως, αναρωτιόμουν πως πέρασε κι αυτός ο χειμώνας χωρίς να το πάρω είδηση, χωρίς να τον χορτάσω, χωρίς να κουραστώ απ’ τη συννεφιά και το κρύο και να νοσταλγήσω τη ζέστη του ήλιου.

Υποτίθεται ότι ο χειμώνας είναι η φυσική κυοφορία. Η κυοφορία όμως είναι πάντα κουραστική. Όλα τα πλάσματα, όταν κυοφορούν, περιμένουν ανυπόμονα την ώρα της γέννας. Ο χειμώνας γιατί γλιστράει πάντα μέσα απ’ τα χέρια μας, αφήνοντας πίσω του την αίσθηση του φευγαλέου και του ανικανοποίητου;

Η μόνη απάντηση που μπόρεσα να σκεφτώ είναι ότι με τις εποχές συμβαίνει το ίδιο που συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Με κάποιους ανθρώπους – ελάχιστούς, δυστυχώς – μπορεί να περάσεις ολόκληρη μέρα και στο τέλος ο χρόνος να σου έχει φανεί ελάχιστος, τόσο ξεκούραστη και ανάλαφρη είναι η παρουσία τους. Ακόμη κι όταν τους φέρνεις μετά στο νου σου, η μνήμη τους πιο πολύ θυμίζει την ευγενική φευγαλεότητα της σκιάς, παρά τον χωροκατακτητικό δυναμισμό της ανθρώπινης παρουσίας.

Είναι οι άνθρωποι που μαζί τους υπάρχεις, όπως υπάρχουν τα χρώματα με κάθε τους λεπτή κι ανάλαφρη απόχρωση, μέσα στο γκρίζο φως του χειμώνα.

Απ’ την άλλη είναι οι άνθρωποι που η κάθε ώρα μαζί τους, έχει το βάρος μιας ολόκληρης μέρας, κι όταν τους σκέφτεσαι μετά, είναι σαν να βλέπεις να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια σου μια ολόκληρη θορυβώδης, φωτισμένη αμαξοστοιχία μέσα σε μια σκοτεινή νύχτα. Είναι οι άνθρωποι που σε κατακλύζουν με την κίνηση, το θόρυβο και την πληθωρικότητα της παρουσίας τους σε τέτοιο βαθμό, που όσο είσαι μαζί τους ξεχνάς και το πως σε λένε.

Ακριβώς όπως το εκτυφλωτικό φως της άνοιξης – και πολύ περισσότερο ο ήλιος του καλοκαιριού – σβήνει τις λεπτότερες αποχρώσεις και ξασπρίζει τα πάντα.

Τη σιωπή του χειμώνα πρέπει να σταθείς να την ακούσεις. Τη φλυαρία και το θόρυβο της άνοιξης και του καλοκαιριού τα κουβαλάς παντού μαζί σου. Κι είναι τόσο εύκολο να αφεθείς στο τραίνο να σε πάρει μακριά!

read more
0 σχόλια

ΖΗΤΩ ΜΑΣ!!!

Όλο τον τελευταίο καιρό ντρέπεται κανείς να διαβάζει τα ξένα δημοσιεύματα που αναφέρουν το όνομα της Ελλάδας. Από κει που αγνοούσαν την ύπαρξη μας, ξαφνικά θυμήθηκαν ότι είμαστε τεμπέληδες κι απατεώνες κι ότι τρεφόμαστε απ’ τη δική τους δουλειά, ενώ όλη μέρα εμείς λιαζόμαστε πίνοντας ούζο.

Τη μεγαλύτερη ντροπή όμως την ένοιωσα διαβάζοντας ένα άρθρο των Times του Σαββάτου και βλέποντας τις φωτογραφίες που το συνώδευαν .

Ένα παιδί – η στολή των ΜΑΤ που υποτίθεται εμπνέει φόβο, δεν κατάφερνε να τον δείξει λιγώτερο παιδί – να πετάει χημικά ή νερό – δεν φαινόταν καλά – σ’ έναν ηλικιωμένο 89 ετών! Τι αισθάνθηκε άραγε, απειλή από τον παππού που τον πλησίαζε έστω και με άγριες διαθέσεις; Ή φτάνει ή δικαιολογία ότι ακολουθούσε διαταγές;

Κι ο παππούς των 89 χρόνων στου οποίου τη δράση κατά των Γερμανών ήταν αφιερωμένο το άρθρο των Times – έφτασε σ’ αυτή την ηλικία, για να πλησιάσει αυτό το παιδί με τη στολή πώς;

Βρίζοντάς το; Θέλοντας να το χτυπήσει; Θέλοντας να μπορούσε να το σκοτώσει; Αντί να το αγκαλιάσει, το δισέγγονό του, και να κλάψει και γι αυτό και για όλες τις γενηές των παιδιών και των εγγονιών του και των δισέγγονων του. Για τις ζωές που πήγαν – και πάνε – χαμένες;

Αυτή είναι η Ελλάδα;

Η χώρα των χαμένων γενεών που δεν έμαθαν τίποτα απ τη ζωή τους, που δεν δίδαξαν τίποτα απ’ τη ζωή τους;

Που δεν μαλάκωσαν απ’τον πόνο και τις απώλειες, αλλά, αντίθετα, σκλήρυναν στην ανάλγητη πόλωση της ίδιας και της ίδιας βλακείας;

Η χώρα που τα παιδιά σηκώνουν το χέρι να χτυπήσουν τους παππούδες τους, κι οι παππούδες μισούν τα εγγόνια τους;

Αυτή η εικόνα εντυπώθηκε στα εκατομμύρια Βρετανούς αναγνώστες των Times του Σαββάτου. Κι όταν ακούν Ελλάδα, αυτή η εικόνα θα τους έρχεται στο νου! Τίποτα άλλο δεν θα ξέρουν από την Ελλάδα, παρά μόνον αυτή την εικόνα. Ζήτω μας!

read more
0 σχόλια

ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΘΥΕΛΛΑ

Εντελώς ξαφνικά, πριν λίγες μέρες, ξέσπασε θύελλα, όταν βρισκόμουν στην κορυφή ενός βουνού.

Ήταν βράδυ και τα φώτα του δρόμου έσβησαν απότομα ενώ η βροχή έπεφτε τόσο πυκνή, ώστε είχα την αίσθηση πώς το αυτοκίνητο περνούσε μέσα από χάντρινες κουρτίνες.

Ο άνεμος σφύριζε σαν να ήταν μια ζωντανή δύναμη. Τα δέντρα χόρευαν. Λίγο ακόμα και νόμιζα πώς θα τραβούσαν τις ρίζες τους έξω από το χώμα και θα έβγαιναν να χορεύουν τριγύρω μου, πιο γρήγορα κι ακόμα πιο γρήγορα και μετά ξέφρενα, ακολουθώντας τη μουσική της νύχτας, του αέρα, της βροχής. Το χιόνι έπεφτε ψιλό – ψιλό.

Φως δεν φαινόταν πουθενά, παρά μόνο το λευκό, στιγμιαίο φως των αστραπών. Πάνω που ξεχώριζες το σχήμα των γειτονικών βουνών, εκεί το έχανες πάλι.

Όλα τα παραμύθια που διάβασα ποτέ μου για λάμιες, νεράιδες, ξωτικά, κάθε πλάσμα της νύχτας, ζωντάνευε μπροστά στα μάτια μου.

Λες, θα σταματήσω το αυτοκίνητο σε μια άκρη και θα κοιτάξω έξω απ’ το τζάμι και θα δω τις λάμιες να χορεύουν κρατημένες απ’ τα κλαριά που στριφογυρίζουν, ενοχλημένες απ’ τα φώτα του αυτοκινήτου και τους βέβηλους που χαλούν τη μοναξιά τους.

Θα δω τα ξωτικά να ψάχνουν να ξετρυπώσουν ζωάκια για να τα πειράξουν και να διασκεδάσουν και τις νεράιδες να ραντίζουν με την αστραφτερή νεραϊδόσκονη τις νιφάδες, για να αστράφτουν στο φως……

Μπορεί το ανθρώπινο είδος να εξελίχθηκε ή να εκπολιτίστηκε ή να πάτησε στη σελήνη, ή δεν ξέρω κι εγώ τι, «πρόοδο» να έκανε. Βαθειά μέσα του, όμως, δεν έχει αλλάξει τίποτα από τότε που ζούσε σε σπηλιές και σκάλιζε στους τοίχους τις εικόνες της ζωής του και των θεών του.

Μπορεί τώρα να μένουμε σε ουρανοξύστες ή πολυκατοικίες και να έχουμε ξορκίσει τους φόβους μας με φώτα και θόρυβο και αδιάκοπη κίνηση, όμως όλα τα πρωτογενή ένστικτα μόνο κοιμούνται, περιμένοντας την ευκαιρία να βγουν στην επιφάνεια.

Κι όταν ο πολιτισμός μας καταρρεύσει – πράγμα που θα γίνει γρήγορα, όλα θα ξαναρχίσουν από την αρχή!

read more
0 σχόλια

Νέος Χρόνος

Δεν ξέρω γιατί όταν αλλάζει ο χρόνος οι περισσότεροι από μας στρέφουμε τα μάτια μας στον ουρανό. Ο χρόνος έρχεται από εκεί; Ποιος ξέρει;

Ποιος ξέρει γιατί όταν θέλουμε να νοιώσουμε σταθερότητα, ασφάλεια, ακινησία, στρεφόμαστε στη γη, ενώ ο ουρανός είναι το άνοιγμα, το μη όριο, η αρμονία που δεν έχει τέλος, το χθες, το τώρα και το αύριο μαζί.

Μια παρόμοια αίσθηση δίνει και η οθόνη του υπολογιστή, το άγραφο κενό όπου ένα-ένα αποτυπώνονται τα γράμματα σαν αστεράκια που τρεμοπαίζουν στο χάος. Κι έτσι, αντί να βγαίνεις να μιλάς στον σκοτεινό ουρανό, γράφεις ένα-ένα γράμμα στην οθόνη, ελπίζοντας πως, σ’ ολόκληρο τον πλατύ κόσμο, κάποιος άλλος θα διαβάζει αυτά που λες και θα είσαστε όλοι μια συντροφιά, αντί να μιλάει ο καθένας μόνος του και να μην τον ακούει κανείς…

Σ’ όλους εσάς, όποιοι κι αν είσαστε, όπου κι αν βρίσκεστε, ό,τι κι αν κάνετε… εύχομαι απ’ το βάθος της καρδιάς μου οι ευχές σας να γίνουν πραγματικότητα. Γι’ αυτό, προσέξτε τι θα ευχηθείτε!...

Καλή Χρονιά.

read more
0 σχόλια

Ένα σούρουπο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα…

Όταν κανείς φτάνει στο απόλυτο της κούρασης, τότε είναι που ανακαλύπτει ξανά απ’ την αρχή πράγματα ξεχασμένα, τότε οι σκιές όσων έφυγαν ανακατεύονται με τις σκιές που δεν ήρθαν ακόμα.

Η κούραση με έκανε να παραιτηθώ απ’ όλα και να καθήσω με μια αγκαλιά παλιά βιβλία, να θυμηθώ ιστορίες ξεχασμένες ειπωμένες από στόματα που δεν μιλούν πια.

Ένα βιβλίο με ποιήματα έγραφε ότι διαβάζεται δίπλα στο τζάκι. Από το εξώφυλλο με έβαλε σε σκέψεις. Αναλογίστηκα εκείνους τους ανθρώπους που κάθονταν στο τζάκι τους για να το διαβάσουν και λαχταρούσαν να έχουν κεντρική θέρμανση γιατί –για να θυμηθώ τον Πουαρώ- το τζάκι σου τσουρουφλίζει τα πόδια ενώ τα ρεύματα σου παγώνουν την πλάτη. Κι εμείς που έχουμε κεντρική θέρμανση πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι, αλλά νοσταλγούμε το τζάκι σαν πιο ρομαντικό, πιο γαλήνιο, πιο οικογενειακό. Ποτέ δεν είμαστε ευχαριστημένοι με ό,τι έχουμε. Πάντα αυτό που δεν έχουμε είναι που βαραίνει…

Και μετά, όταν το άνοιξα, το πρώτο ποίημα που διάβασα έλεγε για τον παγετό, που μετατρέπει το πιο κοινό πράγμα σε κάτι μαγικό. Το χορτάρι γίνεται πολύτιμος κρύσταλλος, τα γυμνά κλαδιά ντύνονται με διαμάντια, η ασχήμια χάνεται και τα πάντα καθρεφτίζουν τη λάμψη μιας παγερής κι απρόσιτης ομορφιάς…

Και σκέφτηκα, τι ωραίο που θα ήταν να μπορούσα να βρώ ένα νεραϊδο-ραβδάκι και να ραντίσω τη μέρα μου με παγετό κι η κάθε στιγμή, η κάθε ώρα να γίνει ένα κρυσταλλάκι αστραφτερό που θα καθρεφτίζει όλη την ομορφιά κι όλη την παγωμένη γαλήνη του κόσμου. Και θα πάγωνα και τα Χριστούγεννα και τις φλόγες στο τζάκι και κάθε τι που θα ήθελα να κρατήσω…

Σας εύχομαι Καλά Χριστούγεννα, όπου και όπως κι αν τα περάσετε, είτε μπροστά στο τζάκι να σας καίει τα πόδια ενώ η πλάτη σας παγώνει, ή μέσα στη θαλπωρή της κεντρικής θέρμανσης.

read more
0 σχόλια

ΥΛΗ ΚΑΙ ΙΔΕΑ

Ο πίνακας ήταν παλιός, ο μουσαμάς του σ’ ένα σημείο σχισμένος. Οι ιδιοκτήτες του τον ξεφορτώθηκαν αδιάφορα, αφού δεν είχε μεγάλη αξία οικονομική και - προφανώς- δεν είχε και καμμία συναισθηματική αξία γι’ αυτούς.

Το πρόσωπο στον πίνακα είχε μεγάλα μάτια και πολύ θλιμμένα. Άπλωσα το χέρι μου και ακούμπησα την παλάμη μου πάνω στο θαμπό απ’ τα χρόνια μουσαμά. Μια συγκεκριμένη ύλη, που έρχεται σε επαφή με μια άλλη πολύ συγκεκριμένη ύλη.

Κι όμως, γιατί δεν είναι τόσο απλό; Γιατί, κάτω από την παλάμη μου δεν είναι μόνο μουσαμάς, αλλά το μάλλινο αδρό ύφασμα κι από κάτω, ο ζωντανός, αν άυλος χτύπος μιας καρδιάς που, άπαξ και χτύπησε κάποτε, ίσως και να εξακολουθεί να χτυπάει;

Κι ακόμα, το χέρι που έβαλε τη μια πινελιά πάνω στην άλλη, ή δίπλα την άλλη, έμενε ζεστό από το χτύπο της καρδιάς που του έδινε ζωή, για να δώσει κι αυτό με τη σειρά του ζωή στα χρώματα…..

Τώρα που ο χτύπος της εκείνης της καρδιάς σταμάτησε, το άγγιγμα μιας καρδιάς που εξακολουθεί να χτυπάει ζεσταίνει τη μνήμη της ζωής και της αίσθησης ότι μετέχεις σ’ αυτόν τον κόσμο.

Αν ένας πίνακας που τον έχουν απορρίψει οι πάντες, έχει ανάγκη ζεστασιά ενός χεριού, όλοι εκείνοι που είναι κλεισμένοι ολομόναχοι και παγωμένοι – παρά την προσεκτικά ρυθμισμένη θερμοκρασία – στους απρόσωπους και πεθαμένους τοίχους μουσείων, πόσο νεκροί νιώθουν;

Αυτά είναι ιδέες, όχι πραγματικότητα, μου σχολίασε ένας φίλος.

Ιδέα είναι η ζωή που δημιουργεί; Ιδέα είναι η διάθεση που βάζει στη δημιουργία του ο δημιουργός που πηγάζει από μια στιγμή – ή μια ώρα – και απευθύνεται σε κάποιον, σε ένα πρόσωπο και διηγείται μια ιστορία;

Η ύλη δεν έχει ιδέα και η ιδέα δεν έχει ύλη;

read more
0 σχόλια

ΜΑΤΑΙΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Χθές είχαμε πανσέληνο. Δεν σήκωσα ούτε μια φορά τα μάτια μου στον ουρανό να τη δω. Ρώτησα και καμμιά δεκαριά γνωστούς και φίλους. Κανείς δεν είχε σηκώσει τα μάτια στον ουρανό. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικοί τρόποι και ρυθμοί ζωής. Ούτε ένας δεν σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό! Μια πανσέληνος πήγε χαμένη για μας, ανάμεσα στα τόσα πολλά όμορφα πράγματα που περνούν μπροστά μας χωρίς να δίνουμε σημασία.

Σκεφτόμουν τον Αύγουστο, όταν μας διαφήμισε την αυγουστιάτικη πανσέληνο η τηλεόραση, ξεχύθηκε ένα πλήθος στους δρόμους, στις ακροθαλασσιές, στους αρχαιολογικούς χώρους για να τη χαζέψει. Κανείς δεν μας διαφήμισε τη χθεσινή πανσέληνο, γι΄αυτό πέρασε απαρατήρητη.

Πώς γίναμε έτσι; Όχι μόνο δεν σκάβουμε να βρούμε την ομορφιά που κρύβεται στη ζωή μας, αλλά δεν την βλέπουμε ούτε κι όταν είναι μπροστά στα μάτια μας. Πρέπει κάποιος να μας τραντάξει και να μας πει: Κοίτα, κοίτα εδώ… και τότε είναι θέμα να δούμε. Καλύτερα να μας το διαφημίσει η τηλεόραση. Τότε μόνο θα το προσέξουμε.

…….. Ωστόσο η σελήνη συνεχίζει απτόητη τον κύκλο της. Τόσες χιλιάδες χρόνια, έχει δει κι έχει δει. Κι έχει μάθει να μη μας δίνει σημασία…..

Κι έχω μια σκέψη πώς, όσο την αγνοούμε και την αφήνουμε στην ησυχία της είναι ευχαριστημένη. Τα σχέδια μας να ασχοληθούμε μαζί της και να αρχίσουμε να πηγαινοερχόμαστε στο έδαφος της είναι που την ανησυχούν……

read more
0 σχόλια

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Το Βυζαντινό ημερολόγιο - συνεχίζοντας το Ρωμαϊκό - τοποθετούσε την αρχή του χρόνου στον Σεπτέμβριο. Μια λογική αρχή του κύκλου των εποχών και του χρόνου. Αυτή τη χρονιά έτυχε να γεννηθεί κι ένα γνωστό μου μωράκι ακριβώς την πρώτη μέρα του νέου κύκλου. Η ωραιότερη προοπτική της αρχής μιας ζωής: Η αρχή του Χρόνου!

Η αρχή του γενικού κύκλου του χρόνου, που συμπίπτει με την αρχή του προσωπικού κύκλου του χρόνου. Κι αφού, η αντίληψη και του χώρου και του χρόνου είναι προσωπική, το νεογέννητο θα μπορεί περήφανα να ισχυριστεί ότι ανακάλυψε την Αρχή του Χρόνου. Θα έχει συνήγορο και τον Shakespeare: What matters it what went before or after; Now with myself I will begin and end…..

Με τον ίδιο τρόπο ανακάλυψα κι εγώ αυτό το καλοκαίρι την άκρη του κόσμου.

Αμέτρητοι άνθρωποι έψαξαν και ψάχνουν για την άκρη του κόσμου, από τότε ακόμα που η ανθρωπότητα πίστευε ότι το τέλος βρισκόταν στις Ηράκλειες στήλες (το σημερινό Γιβραλτάρ) κι όποιος ταξίδευε πέρα από κει θα έπεφτε στο κενό.

Τώρα ξέρουμε ότι δεν υπάρχει άκρη απ’ όπου θα πέσει κανείς κάτω στο χάος, ωστόσο ακόμη περιπλανιόμαστε και ψάχνουμε.

Μέχρι να΄ρθει η στιγμή να καταλάβουμε ότι αυτό που ζητάμε δεν είναι τόπος. Είναι κατάσταση. Είναι συνδυασμός χώρου και χρόνου, στιγμής και ώρας και ματιών που βλέπουν και οξυδέρκειας που ακονίζεται στον κατάλληλο βαθμό.

Κι εγώ, αυτόν τον καιρό και χρόνο συνάντησα τη δική μου άκρη του κόσμου, πάνω σε μια βουνοκορφή τριγυρισμένη από μια κλειστή σειρά από άλλες βουνοκορφές.

Η θάλασσα ξεχώριζε στον πάτο της ανατολής και της δύσης, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώνει ότι περπατάς – ή πετάς – ακριβώς κάτω απ’τα σύννεφα.

Ψυχή ζωντανή δεν φαινόταν πουθενά. Μόνον ένας αετός ζυγιζόταν ακίνητος στον αέρα ψηλά, πάνω απ’ τα βουνά και δυο ζευγάρια γεράκια έκαναν κύκλους γύρω από τις πέτρες όπου είχαν τις φωλιές τους. Τα γεράκια που εδώ και πολλούς αιώνες, δίνουν στους ανθρώπους του τόπου την τέχνη τους και τ΄ όνομα τους.

Οι κραυγές τους μένουν να μετεωρίζονται στο στενό κύκλο των βουνών. Δεν χάνονται, αλλά προστίθενται η μια πάνω στην άλλη, έτσι ώστε η ηχώ τους να μη λείπει ποτέ, αλλά να πλανιέται αέναα στον αέρα.

Χρώματα δεν υπήρχαν παρά μόνο στους πολύ κοντινούς θάμνους και τα κυπαρίσσια. Ο ήλιος ξάσπριζε τα πάντα. Ακόμα και τους σωρούς τις πέτρες και τις πέτρινες καμάρες, ότι απόμεινε απ’ το κάποτε μεγάλο μοναστήρι του προφήτη Ηλία.

Απόμεινε και το εκκλησάκι με τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες, άσπρο κι αυτό, ολομόναχο και σιωπηλό όριο της άκρης του κόσμου.

Απόμειναν επίσης και οι σκιές αυτών που κάποτε υπήρξαν και τώρα πια δεν υπάρχουν.

Σιωπηλός στρατός που ακόμα φυλάει σκοπιά στην άκρη του κόσμου.

Τη δική τους άκρη του κόσμου.

Και τη δική μου…..

read more